Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΗ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Τα συστήματα αξιολόγησης εισάγονται από τους καπιταλιστές στις επιχειρήσεις τους για να εφαρμόσουν υποτιθέμενα αντικειμενικά κριτήρια  στη σύνδεση εργασιακής απόδοσης και συστημάτων αμοιβής των εργαζομένων. Πέρα απ’ αυτό θεωρούν ότι ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιολόγησης σε σύνδεση με την πολιτική αμοιβών προάγει το συμφέρον του μεμονωμένου καπιταλιστή, δίνοντας στους εργαζόμενους ευκαιρίες ανάδειξης των ικανοτήτων τους, κίνητρα  μεγιστοποίησης της απόδοσης τους και κατά συνέπεια αύξηση της παραγωγικότητας και πολλαπλασιασμό της κερδοφορίας της επιχείρησης. Διαμορφώνονται λοιπόν από την αστική τάξη στόχοι και οράματα (ιδεολογικοποίηση) περί ανταγωνιστικής μεμονωμένης επιχείρησης και χώρας γενικότερα, στο «άρμα» των οποίων επιχειρούν να προσδέσουν τόσο μικροαστικά στρώματα, όσο και την εργατική τάξη. Έτσι εμφανίζεται η καπιταλιστική μικροοικονομία να επιτυγχάνει με αντικειμενικά δήθεν κριτήρια την αξιοκρατική σχέση:  άνιση ανταμοιβή για άνιση εργασία (ceteris paribus). Στην πράξη βέβαια, ως εργαζόμενοι, έχουμε την εμπειρία ότι ποτέ δεν εφαρμόζονται τέτοιες αρχές από την μεμονωμένη καπιταλιστική επιχείρηση γιατί υπεισέρχονται άλλοι υποκειμενικοί παράγοντες. Η αστική προπαγάνδα, ωστόσο, καλλιεργεί επισταμένως τέτοιες ψευδείς εντυπώσεις περί αξιοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο με στόχο την ενσωμάτωση λαϊκών στρωμάτων εργαζομένων (βλ. παρόμοια τον μύθο του αυτοδημιούργητου-επιτυχημένου στελέχους ή επιχειρηματία).

Ο απεγκλωβισμός εργαζομένων και ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων από τα οράματα περί ανταγωνιστικής επιχείρησης και ανταγωνιστικής Ελλάδας είναι βασική προϋπόθεση για την αντεπίθεση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Από τη στιγμή που οι εκμεταλλευόμενοι αποδέχονται τις θέσεις των εκμεταλλευτών τους, μπαίνουν στη διαδικασία σκληρού ανταγωνισμού μεταξύ τους για να αυξήσουν την συνεισφορά τους στην ίδια τους την εκμετάλλευσή από τον καπιταλιστή με την εντατικοποίηση της εργασίας τους. Έτσι διαφεύγει της προσοχής τους το γεγονός ότι η οικονομική ολιγαρχία των ραντιέ της παρασιτικής οικονομίας απολαμβάνει υπερκέρδη χωρίς να προσφέρει το παραμικρό στην παραγωγική διαδικασία. Μικροδιαφορές απόδοσης στον κόσμο της εργασίας χρησιμεύουν να «θολώσουν» τον αντικατοπτρισμό στη συνείδηση των εργατών της βασικής ταξικής κοινωνικής διαφοράς : κεφαλαίου –εργασίας που διαπερνά τη παραγωγική βάση της οικονομίας.

Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να απορρίψουμε άλλο ένα ιδεολόγημα των καπιταλιστών, ότι δηλαδή η απόδοση του κέρδους αποτελεί δίκαιη απόδοση της επένδυσης του κεφαλαίου ως συντελεστή της παραγωγής. Η παραγόμενη υπεραξία είναι προϊόν της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και μόνον. Τα κεφάλαιο χωρίς την «ζωντανή» εργασία δεν μπορεί να αποδώσει κανένα κέρδος στον κάτοχό του, αυτή είναι η αλήθεια που καλύπτεται επιμελώς από τον φετιχισμό του κεφαλαίου που αναπαράγει το καπιταλιστικό σύστημα μέσα από τη διαλεκτική αλληλεπίδραση βάσης –εποικοδομήματος.

Κάθε χρόνο οι διοικήσεις των τραπεζών υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να συμπληρώσουν τα λεγόμενα Δελτία Αξιολόγησης παράλληλα ενδεχόμενα και με προσωπικές συνεντεύξεις με τους προϊσταμένους τους. Τη στιγμή που τα τραπεζικά μονοπώλια απολαμβάνουν ρεκόρ κερδών κάθε εξάμηνο και οι νεόπτωχοι «συνεργάτες», μισθωτοί τραπεζοϋπάλληλοι βρίσκονται στη δίνη των διαρθρωτικών αλλαγών σε βάρος των δικαιωμάτων τους με μισθούς πείνας και μηδενικές πραγματικές αυξήσεις, η κάθε εργοδοσία ζητάει ψηλότερη απόδοση και αύξηση της παραγωγικότητας των «συνεργατών» για να επιτευχθούν τα επιχειρησιακά πλάνα.

Τα σχεδιασμένα από εταιρείες εργασιακών ψυχολόγων πολυδιαφημισμένα και πανάκριβα συστήματα αξιολόγησης αποτελούν εξειδικευμένα εργαλεία εκτίμησης και ελέγχου συμπεριφορών στο εργασιακό περιβάλλον και όχι μόνον .Οι άξιοι συνεχιστές του Τεϋλορισμού, Φορντισμού, Τοϋοτισμού, και τόσων άλλων, ένθερμοι οπαδοί του «επιστημονικού» συστήματος εκμετάλλευσης, επιδιώκουν αφενός στην καθημερινή ασφυκτική πίεση πάνω στους εργαζόμενους για απόσπαση περισσότερης εργατικής δύναμης για πιο ψηλή κερδοφορία και αφετέρου την απόσπαση συναίνεσης του κάθε εργαζόμενου ξεχωριστά με απώτερο σκοπό την ολοκληρωτική αποδοχή της ιδεολογίας της κυρίαρχης τάξης (δηλ. της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας) από τον κάθε εργαζόμενο με την μορφή ιδεολογικού μονόδρομου και την πλήρη επιβολή προτύπων συμπεριφορών, που αφορά στο σύνολο της προσωπικότητάς τους, (γι’ αυτό στην πλειοψηφία τους τα δελτία αξιολόγησης σήμερα πια μιλούν για το σύνολο συμπεριφορών και δεξιοτήτων των εργαζομένων).

Παράλληλα χρησιμοποιούνται ως επιφάσεις για να «τεκμηριώσουν» αυθαίρετες αποφάσεις της εργοδοσίας , που στην ουσία λαμβάνονται με άλλα γνωστά σε όλους «άτυπα» κριτήρια για διάφορα ζητήματα όπως χορήγηση bonus, καριέρα κ.α. Τέλος χρησιμεύουν ως πολύτιμο εργαλείο για τον τεμαχισμό του ενιαίου συνόλου των εργαζόμενων, ώστε να επιτευχθεί η διαφοροποίηση ατομικού συμφέροντος απέναντι στον εργοδότη,  «να θρυμματιστούν» οι συλλογικότητες, και να βληθούν συλλογικές κατακτήσεις και δικαιώματα.

Τις τελευταίες δεκαετίες εντείνεται η προπαγάνδα των κεφαλαιοκρατών περί διεθνούς ανταγωνιστικότητας, η οποία  υπαγορεύει αύξηση της παραγωγικότητας. Εργοδότες και κυβέρνηση εσκεμμένα παπαγαλίζουν τη λέξη παραγωγικότητα εννοώντας στο βάθος παραγωγικότητα της εργατικής δύναμης. Τα κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να προβληματίζει τον κάθε εργαζόμενο είναι η αμείλικτη διαπίστωση της ραγδαίας επιδείνωσης της κοινωνικοοικονομικής του κατάστασης, παρά την ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας, τόσο με την αλματώδη τεχνολογική αναβάθμιση των μέσων παραγωγής, όσο και με την εντατικοποίηση της εργασίας του. Ας αναλογιστεί ο εργαζόμενος απ’ τη μια πλευρά τα αμύθητα υπερκέρδη του κάθε τραπεζικού Ομίλου, που ανακοινώνονται κάθε εξάμηνο και απ’ την άλλη τις μηδενικές μισθολογικές αυξήσεις που «απολαμβάνει» κάθε χρόνο και τον οδηγούν κατευθείαν  στην «αγκαλιά» του τοκογλύφου  εργοδότη του! Οι εργοδότες είναι πάντα ιδιαίτερα πρόθυμοι να συμπεριλάβουν στις Συλλογικές Συμβάσεις εκπτώσεις επιτοκίων δανεισμού, αντί αυξήσεων μισθών και επιδομάτων.

Καταλαβαίνει έτσι στη πράξη ότι η αστική προπαγάνδα περί κοινού συμφέροντος και κοινών στόχων κεφαλαίου-εργασίας είναι μια καλοστημένη φάρσα! Απεναντίας, μια αύξηση της παραγωγικότητας μειώνει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας, που χρειάζεται ο εργαζόμενος για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης, αυξάνοντας έτσι τον πρόσθετο χρόνο εργασίας που παράγει υπεραξίες για τον εργοδότη. Θα ήταν αφελής όποιος θεωρούσε ότι οι μεγαλομέτοχοι θα άφηναν χωρίς έλεγχο αυτούς που παράγουν την «πίτα» , που αυτοί απολαμβάνουν ενώ κάθονται! Σε επίπεδο επιχείρησης, τα συστήματα αξιολόγησης πρέπει επίσης να εξετασθούν μέσα από το πρίσμα της περαιτέρω ενίσχυσης του διευθυντικού δικαιώματος και της εργοδοτικής αυθαιρεσίας.

Έτσι ξεπροβάλει μπροστά μας η στρατηγική  του κεφαλαίου μέσα από γνώριμες πτυχές της καθημερινότητάς μας:
·         οι συνθήκες απάνθρωπης εντατικοποίησης και οι εκατοντάδες ώρες παράνομων, απλήρωτων υπερωριών.
·         η συσσώρευση πολλών ημερών κανονικών και ειδικών αδειών εργαζομένων.
·         οι ελαστικές μορφές απασχόλησης των νέων κυρίως συναδέλφων.
·         η πολιτική διακρίσεων στις αμοιβές με αδιαφανή κριτήρια, (bonus, stock options, κλπ)
·         η σωρεία περιπτώσεων απαξίωσης και βλαπτικών μεταβολών σε βάρος πολλών συν/φων .
·         η καταστρατήγηση θεσμοθετημένων κατακτήσεων, όπως η επετηρίδα και το βαθμολόγιο, όταν νεότεροι υπάλληλοι με κατώτερη θέση στο βαθμολόγιο καλούνται να αξιολογήσουν από θέση ισχύος, παλαιότερους συναδέλφους οι οποίοι έχουν ανώτερους βαθμούς στην ιεραρχία.
·  Τα συνεχώς τροποποιούμενα οργανογράμματα, τις τμηματικές αναδιαρθρώσεις, την απουσία προγραμματισμού, το κλίμα ευνοιοκρατίας και νεποτισμού και τόσα άλλα.


Το σοβαρότερο πρόβλημα ωστόσο, δεν προκύπτει από το ότι εκπρόσωποι της εργοδοσίας, προωθούν συστήματα αξιολόγησης και αύξηση της παραγωγικότητας των υπαλλήλων, αλλά από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στα σωματεία αποδέχονται και προσυπογράφουν τέτοιους μηχανισμούς.  Αποτελούν εκφραστές του κυβερνητικού, εργοδοτικού και οπορτουνιστικού ρεύματος στο συνδικαλιστικό κίνημα που στηρίζουν και προωθούν τις αξιώσεις του Κεφαλαίου για πιο φτηνή εργατική δύναμη, θεωρώντας τους εργαζόμενους  κόστος για την επιχείρηση. Πρόκειται για τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες που έχουν αναλάβει εργολαβικά την προσαρμογή των εργαζομένων στην Νέα Τάξη του Ευρωμονόδρομου των Μονοπωλίων. Θιασώτες του –ανύπαρκτου- εξανθρωπισμένου καπιταλισμού , αποτελούν την εργατική αριστοκρατία που κρύβεται συχνά πίσω από συνθήματα και αγωνιστικές κορώνες εξανθρωπισμού της «ζούγκλας» της καπιταλιστικής αγοράς: «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», «οι άνθρωποι πάνω απ’ τα κέρδη»κ.α. Συνθήματα που νομιμοποιούν τα καπιταλιστικά κέρδη στη συνείδηση των εργαζομένων και γεννούν αυταπάτες στα λαϊκά στρώματα για μεταρρυθμίσεις δικαιότερης αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου, υπονομεύοντας έτσι την κατάργηση της εκμετάλλευσης και την επαναστατική προοπτική.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, ενώ η μεγάλης κλίμακας επίθεση του Κεφαλαίου στα δικαιώματα των εργαζομένων δεν φαίνεται να τελειώνει κάπου, κυβερνήσεις, εργοδότες και συμβιβασμένοι συνδικαλιστές επιδιώκουν κυρίως να συσκοτίσουν τα στοιχεία σύγκρουσης στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, που μαρτυρούν την αντιπαράθεση κεφαλαίου-εργασίας, την ύπαρξη της καθημερινής, σκληρής ταξικής πάλης.

Η εφαρμογή των πολυδιαφημισμένων προγραμμάτων αξιολόγησης κ΄ διαχ/σης ανθρωπίνων πόρων (sic) έχει  συγκεκριμένους στόχους, όπως παρακάτω:

·         Ο απόλυτος έλεγχος της συμπεριφοράς του εργαζόμενου σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς και τα προστάγματα της επιχείρησης.
·         Η δημιουργία «εταιρικού στρατού» από άβουλα «στρατιωτάκια»-όργανα της εταιρείας χωρίς σκέψη και άποψη πέρα από την αντίστοιχη «εταιρική κουλτούρα» κατά τα αμερικανικά πρότυπα (corporate people).
·         Mονόπλευρη χορήγηση ατομικής εφ΄άπαξ αμοιβής σε μερίδα των εργαζομένων, η οποία παίρνει χαρακτήρα χαριστικής παροχής.
·         Ελαστικοποίηση του συστήματος αμοιβών κ’ το χτύπημα των Συλλογικών Συμβάσεων
·         Εντατικοποίηση της δουλειάς και επιμήκυνση του νόμιμου ωράριου με ποικίλους τρόπους για επίτευξη στόχων.
·         Ανατροπή της ιεραρχίας και βολή κατά του Οργανισμού Προσωπικού (όταν νεότεροι συνάδελφοι και με λιγότερα αντικειμενικά προσόντα συντάσσουν φύλλο ποιότητας σε παλαιοτέρους και πιο έμπειρους συναδέλφους με απόλυτο κριτήριο ανόδου το γνωστό «βύσμα»).
·         Χαλάρωση των συλλογικών δεσμών μεταξύ των εργαζομένων, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία μετώπων απέναντι στην εργοδοσία.
·         Καλλιέργεια κλίματος ανταγωνισμού & ξέσπασμα «εμφυλίου πολέμου» μεταξύ συναδέλφων με τεχνητούς διαχωρισμούς ανάλογα με την παλαιότητα ή την τράπεζα προέλευσης.
·         Προβολή ατομικών λύσεων επιβίωσης και έτσι «φούντωμα» φαινομένων ευνοιοκρατίας, νεποτισμού, καμαρίλας και αυταρχισμού.
·         Μεθοδευμένη περιθωριοποίηση των μεγαλύτερων ηλικιακά συν/φων με σκοπό να καταρρακωθεί το ηθικό τους και να αποτελέσουν τα επόμενα “ εύκολα” θύματα μαζικών “εθελουσίων” εξόδων από την τράπεζα.


Συμπερασματικά αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι Κανονισμοί Αξιολόγησης αποτελούν εργοδοτικά εργαλεία στο ευρύτερο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, θεσπίζονται από τους καπιταλιστές και αποπνέουν την δυσοσμία της ιδεολογίας τους. Γι’ αυτό και έχουν ουσιαστικά απαξιωθεί στη συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων ιδιαίτερα των παλαιότερων που το θεωρούν πια σαν μέρος του «μακιγιάζ» που έχει ανάγκη   η μεγαλοαστική εργοδοτική «βιτρίνα»   για να κρύψει την εκμετάλλευση που συντελείται στην «πίσω αυλή». Το κόλπο παλιό, απ’ την εποχή της δουλοκτησίας ακόμη, μόνον που έρχεται στις μέρες μας μεταμφιεσμένο με «τον μανδύα» του νέου!

Με τέτοιους μηχανισμούς υποκίνησης επιχειρούν να θέσουν σε κίνηση και να διαχειριστούν τις ατομικές φιλοδοξίες για κοινωνική άνοδο  της πλειοψηφίας των νέων κυρίως συναδέλφων, που είναι πολιτικά και κοινωνικά άπειροι. Ας προβληματιστούν οι συνάδελφοι από το γεγονός ότι εργαζόμενοι πολύ έμπειροι και γνώστες των τραπεζικών εργασιών με πολύ καλά φύλλα αξιολόγησης παραμένουν στη «κατάψυξη» για χρόνια και καταλήγουν «ξεπερασμένα χέρια» για την εργοδοσία κ’ πρώτοι υποψήφιοι για εθελούσια απόλυση.

Βέβαια λειτουργώντας μέσα στο συνδικ. κίνημα και μάλιστα σε συνθήκες καλλιέργειας κλίματος ταξικής συνεργασίας, κοινωνικού εταιρισμού, βαθιάς υποχώρησης των διαθέσεων των εργαζομένων και έχοντας να αντιμετωπίσει κανείς τέτοια εξειδικευμένα εργαλεία της εργοδοσίας πρέπει να τ’ αντιπαλέψουμε έχοντας διπλό στόχο: α) να απαξιώσουμε αυτά τα πολυεργαλεία της εργοδοσίας στη συνείδηση της πλειοψηφίας των εργαζομένων και β) να προστατέψουμε τους πιο ευάλωτους κ΄ αδύναμους ψηφοφόρους, τον κύκλο επιρροής από βλαπτικές μεταβολές, στοχοποίηση, δίωξη και αντεκδίκηση από το μηχανισμό της εργοδοσίας, ώστε να αποτρέψουμε την τάση υποχώρησης και συμβιβασμού που μπορεί να γεννήσει ο φόβος των διώξεων από την εργοδοσία. Πρέπει ωστόσο να κατανοήσουμε ότι ισχυροποιημένος περίγυρος σημαίνει και πολιτικοποιημένος περίγυρος με οξυμένο το ταξικό κριτήριο, ώστε να χειραφετείται βαθμιαία και από καλύτερες θέσεις να οδηγείται στο σπάσιμο των δεσμών με τις δομές και θεσμούς της εργοδοσίας, κάνοντας πράξη το σύνθημα της ρήξης και της ανατροπής. Καθήκον ιδιαίτερα απαιτητικό και σύνθετο στις σημερινές συνθήκες.

Παράλληλα πρέπει να δούμε πιο προσεκτικά και να διαχωρίσουμε υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, καθώς και τις ιδιαιτερότητες κάποιων Συστημάτων Αξιολόγησης, όπως π.χ. τηλεφωνικού κέντρου που βασίζονται σε πλήρως μετρήσιμες  και ποσοτικοκοποιημένες νόρμες με βάση τον ασφυκτικό έλεγχο πάνω στους εργαζόμενους με ακριβέστατο monitoring και με ενδεχόμενο κίνδυνο χαμηλή βαθμολογία να οδηγήσει στη λύση σύμβασης (με συμβάσεις εργασίας ιδιαίτερα εύκολες στην καταγγελία.) Άλλος κρίσιμος παράγοντας που χρήζει διεξοδικής αντιμετώπισης είναι οι ατομικοί και ομαδοποιημένοι στόχοι πωλήσεων στο δίκτυο κατ/των που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον μ.ο βαθμολογίας στα φύλλα αξιολόγησης.  Άλλο σημαντικό σημείο διαφοροποίησης μεταξύ πρώην δημόσιων τραπεζών και του ιδιωτικού τομέα αποτελεί το γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα παρά το ότι υπήρχε στοιχειώδης αξιολόγηση ικανοτήτων οι μηχανισμοί των κομμάτων εξουσίας ήταν αυτοί που καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό το δίπολο «ψυγείο», στασιμότητα # ανάδειξη και προαγωγή. Αντίθετα στον ιδιωτικό τομέα μέσα από ένα αυστηρό πλαίσιο καθορισμένο από τον εργοδότη μονοσήμαντα, βλέπουμε να καλλιεργείται το πρότυπο του υπάκουου, συμβιβασμένου, απολιτικίκ, αμέτοχου στα κοινά εργαζόμενου που επικοινωνεί μόνον στην «κοινή γλώσσα» που ορίζει η εργοδοσία.

Σήμερα προκύπτει η ανάγκη να αποκαλύπτουμε στους εργαζόμενους τις παραπάνω αυταπάτες με κάθε λεπτομέρεια μέσα από τις εμπειρίες των ίδιων.. Οι παλαιότεροι «συνεργάτες» έχουν πείρα 20 χρόνων στο «γύψο» των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και του ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος στον τραπεζικό κλάδο. Αλλά και οι νεότεροι πρέπει να μάθουν ότι οι εργασιακές σχέσεις σε τελική ανάλυση, είναι σχέσεις εκμετάλλευσης, που προσπαθεί να επιβάλλει ο κάθε τραπεζίτης μέσα στο χώρο δουλειάς και δεν είναι σταθερές στο χρόνο. Εξαρτώνται πάντα από το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στους εργοδότες και τους εργαζόμενους και αυτό είναι συνάρτηση του συσχετισμού δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα του κλάδου, και «καθρεφτίζονται» στο κάτω-κάτω της γραφής στο τι σωματεία έχουμε.

Ο ταξικός προσανατολισμός μας μέσα στους χώρους δουλειάς είναι ζωτικής σημασίας για τη προοπτική να αποκτήσουν οι εργαζόμενοι αυτά που τους ανήκουν, δηλαδή τίποτα λιγότερο από ΟΛΟ το πλούτο που παράγουν . Καμιά υποχώρηση  στα ιδεολογήματα περί εθνικής ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας και κοινών στόχων, τα οποία κάνουν πράξη το όνειρο του Κεφαλαίου και του ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος να διαιωνίσει και να βαθύνει την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας βάζοντας στο «καπίστρι» της παραγωγικότητας κάθε σύγχρονο νεόπτωχο σκλάβο-«συνεργάτη». Η μοναδική πραγματική διέξοδος για τους εργαζόμενους βρίσκεται στην ισχυροποίηση της πολιτικής πρότασης εξουσίας, που θα έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την κατάργηση της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και ως προοπτική την κατάληψη της εξουσίας από την ίδια την εργατική τάξη.-
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: